Ovi -
we cover every issue
newsletterNewsletter
subscribeSubscribe
contactContact
searchSearch
Poverty - Homeless  
Ovi Bookshop - Free Ebook
Ovi Greece
Ovi Language
Books by Avgi Meleti
Stop violence against women
Tony Zuvela - Cartoons, Illustrations
Stop human trafficking
 
BBC News :   - 
iBite :   - 
GermanGreekEnglishSpanishFinnishFrenchItalianPortugueseSwedish
Lautrec and Georgia (in Greek) Lautrec and Georgia (in Greek)
by Avgi Meleti
2017-02-19 11:25:31
Print - Comment - Send to a Friend - More from this Author
DeliciousRedditFacebookDigg! StumbleUpon

Ο Λωτρέ ήταν ένα τέρας. Τέρας με περικεφαλαία. Έτσι τον αποκαλούσε η γυναίκα του, μια ντελικάτη, θρησκόληπτη κόρη καθηγητή θεολογίας. Η ζωή μαζί του είχε αποδειχθεί  δύσκολη από την αρχή και η Ζόρζια έφτανε στο σημείο να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισε πριν λίγα χρόνια σε μια διάλεξη του πατέρα της. Όμως ήταν ο άντρας της και θεωρούσε πως όφειλε να μάθει να ανέχεται τις παραξενιές του.

Ο Λωτρέ τη δάγκωνε όταν ξυπνούσε, τη δάγκωνε πριν κοιμηθεί και την έριχνε στο πάτωμα όταν της έκανε έρωτα. «Σε μιε ισι»* φώναζε στη γλώσσα του πατέρα του, ξετρελαμένος και με τη σκληρότητα του σανιδένιου πατώματος και με τις γκριμάτσες πόνου της γυναίκας του. Η Ζόρζια υπέμεινε με ψεύτικη υπομονή, γιατί είχε διδαχθεί πως η υπομονή είναι μεγάλο προσόν, ειδικά σε μια γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει εντελώς την απέχθειά της προς τις πράξεις του.

avgi01«Είσαι τερατώδης» ψιθύριζε με σοβαρότητα, τονίζοντας μία μία τις λέξεις της, καθώς έπιναν τον απογευματινό καφέ στη μικρή βεράντα της κρεβατοκάμαρας. «Είσαι ένας απαράδεκτος σύζυγος. Συμπεριφέρεσαι άξεστα.» Ο Λωτρέ χαμογελούσε συγκαταβατικά προς  αυτές τις εκφράσεις αποτροπιασμού και απόρριψης. «Θα με συνηθίσεις Ζόρζια, όπως συνήθισες και την περιουσία μου». Ο Λωτρέ είχε μεγάλη άνεση με τα χρήματα αλλά ο ίδιος ήταν μετρημένος στη διαχείρισή τους, σε αντίθεση με τη Ζόρζια η οποία έδειχνε να ελκύεται από το χρήμα σε παράξενο βαθμό για καρτερική σύζυγός. Η αγαπημένη της σπατάλη ήταν τα κοσμήματα. Αγόραζε ασταμάτητα ακριβά δαχτυλίδια, καρφίτσες και περιδέραια, τα οποία συνήθιζε να επιδεικνύει μπροστά στον καθρέφτη της καθώς η κοινωνική ζωή του ζευγαριού ήταν πολύ περιορισμένη. Ο Λωτρέ ασχολούνταν μόνο με τη δουλειά του και απέρριπτε κάθε προσπάθεια προσέγγισης που γίνονταν από διάφορους γνωστούς, παλιούς φίλους ή συγγενείς.  «Δε μου χρειάζονται οι φίλοι.  Δε με ενδιαφέρει η φιλία  καθόλου.»

Η Ζόρζια, αισθανόταν απομονωμένη. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα του σπιτιού τους που την έκανε πολλές φορές να χάνει την ανάσα της και να κουλουριάζεται στις γωνίες των δωματίων, κρατώντας το λαιμό της, πασχίζοντας να βρει την αναπνοή της ξανά. Το στήθος της πονούσε φριχτά και αισθανόταν πως θα πεθάνει. «Κρίσεις πανικού Ζόρζια. Αυτό παθαίνεις.  Ως κακομαθημένη από την οικογένειά σου, αν κάτι δε σου πάει όπως το θέλεις,  αδυνατείς να το διαχειριστείς και το σώμα σου ξεσπάει έτσι. Ηρέμησε και πιες λίγο νερό. » Η Ζόρζια του έσπρωχνε το χέρι, εκσφενδόνιζε τα ποτήρια αριστερά και δεξιά και έτρεχε αποτρελαμένη πάνω στα σπασμένα γυαλιά, κόβοντας τις φτέρνες της. Φώναζε την αγαπημένη της -από καιρό μακαρίτισσα- μητέρα που μόνο αυτή την καταλάβαινε, ούρλιαζε και απειλούσε πως θα φύγει από αυτό το τρελόσπιτο και στο τέλος εξουθενωμένη από την ίδια της την ένταση, έβρισκε την ησυχία μόνο μέσα στην τεράστια γκαρνταρόμπα της.

«Λωτρέ, νομίζω πως γίνεσαι πολύ άσχημος όσο περνάει ο καιρός»
«Κι εγώ νομίζω πως έχεις δίκιο. Αισθάνομαι το πρόσωπό μου να μεταμορφώνεται. Να πιάσε εδώ». Ο Λωτρέ τράβηξε απότομα το χέρι της γυναίκας του και το ακούμπησε κάτω από το αριστερό μάτι. Η Ζόρζια αισθάνθηκε ένα μικρό εξόγκωμα εκεί και παρατήρησε πως το δέρμα είχε αλλάξει ελαφρώς το κανονικό του χρώμα σε ένα ανεπαίσθητο μπλαβί.

«Ίσως χτύπησες κάπου και δεν το θυμάσαι» «Νομίζω πως με χτυπάς εσύ όταν κοιμάμαι» γέλασε δυνατά ο Λωτρέ και τράβηξε κοντά του το χέρι της για  να το φιλήσει. Η Ζόρζια ούρλιαξε σα να τη μαχαίρωσε κάποιος. «Άκου! Άκου τι λες! Πως μπορεί κάποιος και ξεστομίζει τέτοια πράγματα; Είσαι τέρας! Όπως πάντα!» Πετάχτηκε από το τραπέζι και έτρεξε έξω κλαίγοντας υστερικά. Το κλάμα της ακουγόταν σαν επιθανάτιος ρόγχος ενός ολόκληρου κοπαδιού πουλιών.
Οποιαδήποτε παρατήρησή του μπορούσε να την κάνει να εκραγεί. Οι θυμοί της ήταν σφοδροί και θύμιζαν άνθρωπο που βρίσκεται σε κρίση παραφροσύνης. Ο Λωτρέ δυσκολεύονταν πολύ στο να την ηρεμήσει αν και η ηρεμία της δε φαινόταν να τον απασχολεί ιδιαιτέρως. Κατά βάθος τη θεωρούσε λίγο βαρετό χαρακτήρα με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις οι οποίες ακολουθούσαν ένα πολύ συγκεκριμένο ανιαρό μοτίβο αλλά παρ’ όλα αυτά είχε μια ομορφιά που τον συγκινούσε. Το πρόσωπό της ήταν γλυκό με μια ευγένεια άλλης εποχής στις χειρονομίες και στον τρόπο έκφρασής της μπροστά σε τρίτους.  Έπιανε πολλές φορές τον εαυτό του να την παρακολουθεί σα να είχε μπροστά του την ηρωίδα μιας βωβής ταινίας. Γελούσε με τις κρίσεις θρησκευτικότητάς  της που την έπιαναν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και έκαναν να κλείνεται στο εκκλησάκι του κήπου με τις ώρες,  γελούσε και με τον πατέρα της που υποδαύλιζε αυτές τις κρίσεις συζητώντας μαζί της για το νόημα της θρησκευτικότητας στη ζωή ενός ανθρώπου.  Ο Λωτρέ τα έβρισκε όλα αυτά ωραία και άνευ ιδιαίτερης σημασίας. «Είστε και οι δύο για τα σίδερα» συνήθιζε να λέει σε κόρη και πατέρα όταν βρίσκονταν μαζί και συζητούσαν για το Θεό, τα μοναστήρια και την ευλάβεια που όφειλε ένας αξιέπαινος άνθρωπος να επιδεικνύει. Ο πεθερός του ήταν ένας άνθρωπος βαρύς και δύσκολος ο οποίος δεν εκφραζόταν εύκολα. Προτιμούσε να συζητά κυρίως με την κόρη του και όχι με το γαμπρό του. Ήταν χήρος και του άρεσε πολύ το φαγητό, πράγμα που φαινόταν στα παχουλά χέρια του και το ολοστρόγγυλο στομάχι του το οποίο έκανε τα ακριβά πουκάμισά του να δυσανασχετούν.  Μιλούσε στο Λωτρέ για τα απολύτως αναγκαία, διατηρώντας την ευγένεια που κρατά η απαραίτητη απόσταση και δεν απαντούσε ποτέ στις λεκτικές επιθέσεις του που είχαν ως στόχο τη θρησκευτικότητά του. Τον θεωρούσε ένα βέβηλο πλάσμα, δίχως σεβασμό, κατώτερο σαφώς από την κόρη του, αλλά δυστυχώς έναν πλούσιο βέβηλο για τον οποίο άξιζε να παραβλέπει ελαττώματα που σε κάποιον άλλον θα τον είχαν κάνει έξαλλο.

Όσο περνούσε ο καιρός η παρατηρητικότητα της Ζόρζιας,  με στόχο τον άντρα της,  οξύνονταν σε σημείο να φτάσει να βλέπει σα νυχτερίδα και την παραμικρή αλλαγή επάνω του. Κάθε φλέβα που ξεπρόβαλλε αχνή πάνω στο δέρμα του, κάθε μικρό τυχαίο εξάνθημα, οι μαύροι κύκλοι που ήταν σκουρότεροι μετά από νύχτες αϋπνίας, η ελάχιστη κοκκινίλα πάνω στη μύτη του ή ένα ελαφρώς ταλαιπωρημένο μάγουλο, αποτελούσαν πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εκείνην, καθώς της επέτρεπαν να του τονίζει διαρκώς το πόσο άσχημος γινόταν όσο περνούσε ο καιρός «Τέρας! Σωστό τέρας!» μουρμούριζε με ικανοποίηση μέσα στο αυτί του την ώρα που εκείνος κοιμόταν, νομίζοντας πως δεν την ακούει ή ελπίζοντας να την ακούει.

«Λωτρέ, είναι αδύνατον!» ούρλιαξε ξαφνιασμένη ένα πρωί αφήνοντας τον καφέ  να χυθεί  από το φλυτζάνι της. Τινάχτηκε με έναν αλλοπαρμένο τρόπο από την καρέκλα της και τύλιξε το κεφάλι του μέσα στα χέρια της, κουνώντας το δεξιά αριστερά. «Ζόρζια, τρελλάθηκες; Θα με πνίξεις!» Ο Λωτρέ προσπάθησε να ελευθερωθεί από το αγκάλιασμά της. «Λωτρέ!» ξαναούρλιαξε εκείνη μέσα στο αυτί του, «Έχει φυτρώσει ένα ψάρι στην κορυφή του κεφαλιού σου! Να, να! Εδώ, εδώ!» Τα δάχτυλά της ψαχούλεψαν με υστερία μέσα στα μαλλιά του «Εδώ, στο σημείο που βγαίνουν οι φύτρες! Ένα ψάρι! Ψάρι, Λωτρέ!» Στρίγγλιζε με αμείωτη ένταση και το πρόσωπό της είχε μεταμορφωθεί από την ένταση. Ο Λωτρέ ανήμπορος να βγάλει το κεφάλι του από τη μέγγενη των χεριών της αναγκάστηκε να την κλωτσήσει στο καλάμι για να μπορέσει να σηκωθεί. «Όσο πας το χάνεις το μυαλό σου» της είπε καθώς κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη της κονσόλας, για να φτιάξει τα μαλλιά του και τα ρούχα του που είχαν στραπατσαριστεί. Και τότε το είδε. Το ψάρι ξεπρόβαλλε από την κορυφή του κεφαλιού του. Μακρύ και ελαφρύ, δεν το αισθανόταν καθόλου αλλά αυτό βρισκόταν εκεί και κουνιόταν σαν ελατήριο σε κάθε του κίνηση. Είχε το ρύγχος του προς τα κάτω και την ουρά προς τα πάνω. Μαυριδερό και παράξενο. Ένα πλάσμα που αποφάσισε να καρφωθεί επάνω του. «Μυστήριο» σκέφτηκε. «Η Ζόρζια είναι ικανή να μου έχει σκαρώσει καμιά απίστευτη φάρσα» Αλλά και πάλι, πως στέκονταν ακριβώς αυτό το ψάρι στο συγκεκριμένο σημείο του κεφαλιού του; Πως είχε πάρει αυτήν την κλίση και γιατί δεν είχε καθόλου βάρος; Κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω, σα να έκανε νεύματα σε έναν αόρατο συνομιλητή. Το ψάρι συντονίστηκε με την κίνησή του. «Ζόρζια, βοήθησέ με να το βγάλουμε».  Καθώς προσπαθούσε να το πιάσει και να το τραβήξει, η γυναίκα του έστεκε μαρμαρωμένη με την έκφραση της απόλυτης φρίκης αποτυπωμένης στο πρόσωπό της μην κάνοντας καμία κίνηση για να βοηθήσει. «Τέρας, τέρας» μουρμούριζε συνεχώς σε τέμπο νανουρίσματος σα να ήθελε να επιβάλλει έναν ρυθμό στις απελπισμένες κινήσεις του. Το ψάρι δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το κεφάλι. Ο Λωτρέ κουνιόταν πέρα δώθε με μανία, σα νευρόσπαστο. Το ψάρι έκανε ακριβώς το ίδιο.
«Λωτρέ σταμάτα, είσαι αστείος». Η Ζόρζια άρχισε να γελάει ξαφνικά με ένα γέλιο που ο άντρας της δεν είχε ξανακούσει. Δυνατό και επίμονο, ασταμάτητο και γάργαρο. Ο Λωτρέ απόρησε για την ευχαρίστηση που διέτρεξε το κορμί του καθώς άκουσε εκείνο το γέλιο. Σταμάτησε τις προσπάθειες να ξεκολλήσει το ψάρι από το κεφάλι του και πλησίασε τη γυναίκα του.

«Νομίζεις πως ο πατέρας σου θα το αποδεχθεί; Να κυκλοφορεί ο άντρας της κόρης του με ένα μαυρόψαρο στο κεφάλι του;»

«Σκαλίδρα, Λωτρέ, σκαλίδρα. Αυτό είναι το όνομα του ψαριού»
Άρχισαν να γελούν δυνατά και οι δύο μαζί.

Επιμύθιο αλά Θέρμπερ: Είναι καλύτερο να ονομάζουμε τα ψάρια με το λόγιό τους όνομα.

*C’est mieux ici=είναι καλύτερα εδώ

 

********************************************

To διήγημα της Αυγής Μελέτη, συμπεριλαμβάνεται στο δεύτερο τεύχος του ArsOvi
που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

ars_issue02

 


    
Print - Comment - Send to a Friend - More from this Author

Comments(0)
Get it off your chest
Name:
Comment:
 (comments policy)

© Copyright CHAMELEON PROJECT Tmi 2005-2008  -  Sitemap  -  Add to favourites  -  Link to Ovi
Privacy Policy  -  Contact  -  RSS Feeds  -  Search  -  Submissions  -  Subscribe  -  About Ovi